πλουτολογία

η, Ν
παλαιότερη ονομασία τής πολιτικής οικονομικής επιστήμης που έχει αντικείμενο μελέτης την απόκτηση, διάθεση και ανταλλαγή τού πλούτου με σκοπό την παροχή τών οικονομικών μέσων για την ικανοποίηση τών ανθρώπινων αναγκών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. plutology (< πλούτος + -λογία*). Η λ. μαρτυρείται από το 1869 στον Ιω. Σούτζο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πλουτολογικός — ή, ό, Ν [πλουτολογία.] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πλουτολογία …   Dictionary of Greek

  • -λογία — (AM λογία) β συνθετικό αφηρημένων θηλυκών ονομάτων που σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος ή από ρ. σε λογώ και ανάγονται στο ρ. λέγω είτε με τη σημασία τού «μιλώ», άρα και τού «ασχολούμαι με κάτι» (πρβλ. αερολογία, ευφυολογία, φιλολογία), είτε με …   Dictionary of Greek

  • πλούτος — I Γιος της Δήμητρας και του Ιασίωνα, θεός της ευφορίας των αγρών και γενικά του πλούτου. Συχνά ταυτίζεται με τον θεό του Άδη Πλούτωνα. Ο γλύπτης Κηφισόδοτος στο διάσημο σύμπλεγμά του τον παριστάνει ως βρέφος στην αγκαλιά της Ειρήνης, αλλά ο… …   Dictionary of Greek

  • Σούτσος — Επώνυμο μεγάλης φαναριώτικης οικογένειας, η οποία καταγόταν από την Ήπειρο, και κατ’ άλλους από τη Βουλγαρία, και είχε εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη πριν από την άλωση, με το επώνυμο Δράκος. Μετά την άλωση, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.